μετεωρέω
μετεωρ-έω,
- = μετεωρίζομαι, ηὐξήθη καὶ μετεωρεῖν ἤρξατο Ph. 1.130.
μετεωρέω-ῶ, c. μετεωρίζω, Phil. 1, 130.
μετεωρέω, als v.l. für μετεωρίζω an einigen Stellen, aber falsch.