Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετεωροβάμων
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετεράω
μέτερρος
μετέρχομαι
μετέσπον
μετεσσευ
μετεσσεύοντο
μετέσσομαι
μετέσσυτο
μετεστεώς
μετέστην
μετεσχηματισμένως
μετεύαδε
μετεύαδεν
μετεύαδον
μετευθύνω
μετεύχομαι
μετέφη
μετεχομένως
μετέχω
μετέω
Μετέων
μετεωρέω
μετεωρία
μετεωρίδιον
μετεωρίζω
μετεώρισις
μετεώρισμα
μετεωρισμός
μετεωριστής
μετεωριστικός
μετεωροβάμων
μετεωροδοκέω
μετεωροθήρας
μετεωρόθηρος
μετεωροκοπέω
μετεωροκόπος
μετεωρολεσχέω
μετεωρολέσχης
μετεωρόλεσχος
μετεωρολογέω
μετεωρολογία
μετεωρολογικός
μετεωρολόγος
μετέωρον
μετεωροποιέω
μετεωροπολέω
μετεωροπόλος
μετεωροπορέω
μετεωροπορία
μετεωροπόρος
μετεωρόρριζος
μετέωρος
μετεωροσκοπέω
μετεωροσκοπικός
μετεωροσκόπιον
μετεωροσκόπος
μετεωροσοφιστής
μετεωροσύνη
μετεωρότης
μετεωροφανής
μετεωροφέναξ
…
μετεωροβάμων
Save
Pape
μετεωροβάμων
, ον,
in die Höhe gehend, leichtsinnig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}