About Report a problem

Menu

μετεωροσκοπικός

μετεωροσκοπικός, of or for a μετεωροσκόπος, star gazer

μετεωρο-σκοπικός, ή, όν,
  • of or for a μετεωροσκόπος: ἡ -κή (sc. τέχνη) Procl. in Euc. p.42 F.; ὄργανον μ., = sq., Ptol. Geog. 1.3.3.

Saved

Recent