μοιρολόγχος
μοιρολόγχος, partaker
μοιρο-λόγχος, ὁ, (λέλογχα)
- partaker, Poll. 8.136 (pl., μοιρίλογχοι Hsch.).
μοιρολόγχος, Teil habend, Poll. 8.136, ἐπὶ τῶν μετεχόντων κακουργήματος.