νάπη
νάπη, a wooded vale, dell
νάπη [ᾰ], ἡ,
- woodland vale, dell, glen, Il. 8.558; Ἀπολλωνία ν., of Delphi, Pi. P. 6.9, cf. SIG 546A 11 (Delph., iii B.C.), GDI 5016.9 (Gortyn); νάπαι κάλλισται pleasant valleys about a town, Hdt. 4.157; χείμαρρος νάπη a torrent glen, E. Ba. 1093; ἢν ἀπόροις νάπαις ἐντυγχάνωσι X. Eq.Mag. 4.4, cf. Cyn. 9.11; ὄρη δάσκια καὶ νάπαι πετρώδεις βρέμονται Ar. Th. 998 (lyr.), cf. Av. 740 (lyr.), Pl. Lg. 761b; cf. νάπος.
νάπη, ης (ἡ) [ᾰ] vallon boisé, Il. 8, 558 ; Pd. P. 6, 9, etc. ; Hdt. 4, 157 ; Soph. O.R. 1398 ; Plut. Num. 15, etc.
νάπη, ἡ, Waldtal, waldige Talschlucht ; ἔκτʼ ἔφανεν πᾶσαι σκοπιαὶ καὶ πρώονες ἄκροι καὶ νάπαι, Il. 8.558, 16.300 ; ἐν κοίλᾳ λέοντος νάπᾳ, Pind. I. 3.12 ; P. 6.9 ; κεκρυμμένη νάπη, Soph. O.R. 1398 ; διὰ χειμάρρου νάπης ἐπήδων, Eur. Bacch. 1091 ; Ἰδαίαν ἐς νάπαν, Andr. 274, öfter ; Ar. Av. 740 ; Her. 4.157 ; ἐκ μουσῶν κήπων τινῶν καὶ ναπῶν, Plat. Ion 534b ; εἰς τὰς ἐν τοῖς ὄρεσι νάπας ὅσαι κοῖλαι, Legg. VI.761b ; Xen. An. 4.5.15, 5.2.31, der auch die andere Form νάπος hat.
νάπη
-ης, ἡ.
A valley or glen : ἔκ τʼ ἔφανεν νάπαι Il. 8.558= Il. 16.300.
For Pindar, see also: νάπα
νάπη : forest glen, woody dell, Il. 8.558 and Il. 16.300.
νάπη
.νάπη (ᾰ), ἡ,
- a wooded vale, dell, or glen, Il., Soph.