Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναπτάλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νάξιος
Ναξιουργής
ναξιουργής
Ναξόθεν
Νάξος
ναξος
ναοδομία
ναοδόμος
ναοειδής
ναοκόρος
ναολέκτης
ναοποιέω
ναοποιός
ναοπόλος
ναός
Ναούμ
ναουργός
ναοφόρος
ναοφύλαξ
ναόω
νάπα
ναπαῖος
Νάπαρις
Ναπάτης
νάπειον
νάπη
Νάπη
ναπόας
νάποινος
νάπος
ναπτάλιον
ναπτάλιος
νᾶπυ
ναπώδης
Νάρατος
Ναρβών
Νάρβων
ναρδίζω
νάρδινος
ναρδίτης
ναρδίτης οἶνος
ναρδῖτις
ναρδολιπής
νάρδον
νάρδος
ναρδόσταχυς
ναρδοφόρος
ναρεῖ
Ναρθάκιον
ναρθηκία
ναρθηκιάω
ναρθηκίζω
ναρθήκινος
ναρθήκιον
Ναρθηκίς
ναρθήκισμα
ναρθηκισμός
ναρθηκοειδής
ναρθηκοπλήρωτος
ναρθηκοφανής
ναρθηκοφόρος
…
ναπτάλιον
Save
LSJ
ναπτάλιον, τό, or
νᾱο-άλιος
, ἡ,
= νάφθα,
Ph.
Bel.
90.18.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}