Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νάρταλος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναρθηκισμός
ναρθηκοειδής
ναρθηκοπλήρωτος
ναρθηκοφανής
ναρθηκοφόρος
ναρθηκώδης
νάρθηξ
νάρκα
νάρκαφθον
ναρκάω
νάρκη
νάρκημα
νάρκησις
ναρκίον
ναρκίσσινος
ναρκισσίτης
ναρκισσίτης λίθος
νάρκισσος
Νάρκισσος
ναρκόω
ναρκωδέως
ναρκώδης
νάρκωσις
ναρκωτικός
νάρναξ
Νάρνεια
Ναρνία
νάρξ
ναρός
ναρούς
νάρταλος
νάρτη
Ναρύκειος
Νᾶρυξ
νάρφη
νάρω
νᾶς
Νασάμων
Νασαμῶνες
Νασαμωνίς
νάσθη
νάσθην
Νασίδιος
Νασικᾶς
νασῖτις
νασιωτ
νασιώτας
νάσκαφθον
νασμός
νασμώδης
Νάσοι
νᾶσος
νάσσα
νᾶσσα
νάσσατο
νάσσε
νάσσω
ναστήρ
νάστης
Νάστης
ναστίσκος
…
νάρταλος
Save
Pape
νάρταλος
, ὁ,
ein geflochtenes Gefäß, Schol. Ar. Vesp
. 672.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}