νέανσις Save LSJ Bailly 2024 Pape νέανσις, v. νέασις. νέανσις, εως (ἡ) défrichement, Th. C.P. 3, 20, 7. Étym. *νεαίνω, de νέος. νέανσις, ἡ, = νέασις, Theophr., l.d.