νεοκατασκεύαστος
νεοκατασκεύαστος, newly made
νεο-κατασκεύαστος, ον,
- newly made, Sch. Ar. V. 646, Sch. A.R. 1.775, Sch. S. Tr. 1277.
νεο·κατασκεύαστος, ος, ον, apprêté depuis peu, Chrys. 4, 60.
Étym. ν. κατασκευάζω.
νεοκατασκεύαστος, = νεοκατάσκευος, Sp.