νεοττεία Save LSJ Bailly 2024 Pape νεοττεία, etc., v. νεοσσεία. νεοττεία, νεόττευσις, νεοττεύω, etc. v. νεοσσεία, νεόσσευσις, νεοσσεύω, etc. νεοττεία, ἡ, = νεόττευσις, Arist. H.A. 6.1, v.l. für νεοττιά.