νεότροφος
νεό-τροφος, ον,
- = νεοτρεφής, A. Ag. 724 (lyr.), Cratin. 326.
νεό·τροφος, ος, ον, c. νεοτρεφής, Eschl. Ag. 724.
νεότροφος, frisch, jung ernährt, τέκνον, Aesch. Ag. 706.
νεότροφος
νεό-τροφος, ον,
τρέφω
= νεοτρεφής, Aesch.