νοότης
νοότης, intellectuality
νοότης, ητος, ἡ,
- intellectuality, τῆς νοότητος ὡς ἁπλουστέρας οὔσης τοῦ νοῦ καὶ οἷον ἕξεως τοῦ νοεῖν Procl. in Prm. p.863S., cf. Dam. Pr. 58.