νοόπλαγκτος Save LSJ Bailly 2024 Pape νοό-πλαγκτος, ον, = sq. 1, Nonn. D. 9.255. νοό·πλαγκτος, ος, ον, dont l’esprit est égaré, Nonn. D. 9, 255. Étym. νόος, πλάζω. νοόπλαγκτος, = νοοπλανής, Nonn. D. 9.255.