Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πέρκα
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιῳδή
περιῳδικά
περιῳδικός
περιωδυνάω
περιωδυνέω
περιωδυνής
περιωδυνία
περιώδυνος
περιωθέω
περιωθίζω
περίωμα
περιωμιάζω
περιώμιον
περιώμιος
περιωμίς
περιών
περιώνυμος
περίωνυμος
περιωπέω
περιωπή
περιωπής
περιωπίζομαι
περίωπος
περιῶπται
περιωρεσία
περιώσιος
περίωσις
περιωτειλόομαι
περιωτειλόω
περιωτίς
πέρκα
περκάζω
περκαίνω
Πέρκαλος
πέρκανα
περκάς
πέρκη
περκίδιον
περκίς
περκνόπτερος
περκνός
περκνόω
πέρκνωμα
πέρκος
πέρκωμα
Περκώσιος
Περκώτη
Περμησός
πέρνα
πέρναμι
πέρναξ
πέρνασκε
περνάω
πέρνημι
πέρνης
πέροδος
περομνύναι
περόναμα
περονατρίς
περονάω
περόνη
…
πέρκα
Save
LSJ
Pape
πέρκα, ἡ
= πέρκη,
Gloss.
πέρκα
, ἡ, = πέρκη, s. Meineke
quaest. Men
. p. 181.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}