περιωδυνής Save LSJ Bailly 2024 περιωδῠν-ής, ές, = περιώδυνος, Herod.Med. ap. Orib. 10.5.6. περι·ωδυνής, ής, ές [ῠ] c. περιώδυνος, Hérodotus (Orib. 2, 388 B.-Dar.).