πίεστρον
πῐεσ-τρον, τό,
- = πιεστήριον, Hp. Mul. 1.70, Gal. 19.104, 130.
πίεστρον, ου (τὸ) instrument de chirurgie pour broyer, Hpc. 618, 15.
Étym. πιέζω.
πίεστρον, τό, = πιεστήριον, Galen.