πιεστήρ
πιεστήρ, squeezer : press
πῐεσ-τήρ, ῆρος, ὁ,
- squeezer: press, IG 2(2).1672.304 (pl.), Dsc. 4.64 (v.l. πιαστ-), Gal. 13.1044, Aët. 12.55.
πιεστήρ, ῆρος (ὁ) presse, pressoir, Diosc. 4, 76.
Étym. πιέζω.
πιεστήρ, ῆρος, ὁ, der Presser, = πιεστήριον.