Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πίλα
πίλα, pila, mortar
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πικραίνω
πικραμμός
πικραντικός
πικραντικῶς
πικράς
πικρασμός
πικρία
πικρίδιον
πικρίδιος
πικρίζω
πικρίς
πικρόγαμος
πικρόγλωσσος
πικροθάνατος
πικρόθυμος
πικρόκαρπος
πικρολογία
πικρολόγος
πικρόλωτος
πικροποιός
πικρός
πικρότης
πικρόφυλλος
πικροχολία
πικρόχολος
πικρόω
πικρῶς
πικτίς
Πίκτονες
Πίκτωρ
πίλα
πιλάριον
Πιλάτος
Πιλᾶτος
πίλεος
πιλέω
πίλημα
πιλήσει
πιλῆσι
πίλησις
πιλητής
πιλητικός
πιλητός
πιλίδιον
πίλινος
πιλίον
πιλιπής
πιλίσκος
πιλλᾶτος
πίλναμαι
πιλνάω
πιλοειδής
πιλοποιέω
πιλοποιητικός
πιλοποιία
πιλοποιΐα
πιλοποιικός
πιλοποιϊκός
πιλοποιός
πιλός
πῖλος
…
πίλα
Save
πίλα, pila, mortar
LSJ
πίλα, ἡ,
= Lat.
pila,
mortar,
POxy.
1890.12 (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}