παιανισμός
παιανισμός, chanting of the paean
παιᾱν-ισμός, ὁ, v. παιωνισμός.
παιανισμός, οῦ (ὁ) [ᾱν] action de chanter un péan, DH. 1, 323, 3 Reiske, Str. 16, 4, 13, etc.
Étym. παιανίζω.
παιανισμός, [ᾱν], ὁ, das Anstimmen und Singen eines Päan, Dion.Hal. 2.41 ; bei Stob. 9.3.12 v.l. παιωνισμός.
παιανισμός
from παιᾱνίζω
παιᾱνισμός, οῦ, ὁ,
= παιωνισμός, Strab.