παιγμοσύνη
παιγ-μοσύνη, ἡ, poet. = foreg., Stesich. 50 (pl.).
παιγμοσύνη, ης (ἡ) c. παιγνία, Stésich. fr. 47.
παιγμοσύνη, ἡ, poet. = παιγνία, παιγμοσύνας φιλεῖ μολπάς τʼ Ἀπόλλων, Stesichor. bei Plut. de εἰ apud Delph. 21 g.E.