πανάρχων
πανάρχων, ruler of all
πᾰν-άρχων, οντος, ὁ,
- ruler of all, Ph. 2.452 (pl.).
παν·άρχων, οντος (ὁ) [ᾰν] c. le préc. Phil. 2, 452.
πανάρχων, οντος, ὁ, Allbeherrscher, Philo.
πανάρχων, ruler of all