περίλοιπος
περίλοιπος, remaining
περίλοιπος, ον,
- = περιλιπής, Ar. Fr. 160, Th. 1.74, al., Arist. Oec. 1350b13, LXX Am. 5.15.
περί·λοιπος, ος, ον, qui reste, qui survit, Ar. Pax 208 ; Thc. 1, 74.
Étym. περιλείπω.
περίλοιπος, = περιλιπής, Thuc. 1.74 u. Sp., wie Luc. Tox. 2 Plut. Pericl. 36.
περίλοιπος, ον,
= περιλιπής, Thuc.