περιλυγίζω
περιλυγίζω, bend
περιλῠγίζω,
- bend, [ῥάβδους] πρὸς τὸ ἐναντίον Olymp. in Alc. p.54 C.: —Pass., Hsch.
περι·λυγίζω [ῠ] courber tout autour, Olympiod.