Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιλεύκιος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περικωνέω
περιλαβεύς
περιλακίζω
περιλακτίζω
περιλαλέω
περιλάλημα
περιλάλησις
περιλάλητος
περίλαλος
περιλαμβάνω
περιλαμπής
περίλαμπρος
περιλάμπρως
περιλάμπω
περίλαμψις
Περίλαος
περιλάπτω
περιλεγνής
περιλέγω
περιλείβομαι
περίλειμμα
περιλειπής
περιλείπομαι
περιλείπω
περιλείχω
περίλεξις
περιλεπίζω
περιλέπω
περιλεσχήνευτος
περιλευκαίνω
περιλεύκιος
περίλευκος
Περίλεως
περίλημμα
περιλημματικός
περιληπτικός
περιληπτικῶς
περιληπτός
περιληπτῶς
περιλῆσαι
περίληψις
περιλιμνάζω
περιλιμπάνω
περιλίπαρος
περιλιπής
περιλιχμάζω
περιλιχμάομαι
περιλιχμάω
περιλίχμησις
περιλιχνεύω
Πέριλλος
περιλογισμός
περίλοιπος
περιλοπίζω
περιλούω
περιλυγίζω
περιλυμαίνομαι
περιλυπία
περίλυπος
περίλυσις
περιλύω
…
περιλεύκιος
Save
LSJ
περιλεύκ-ιος (sc.
λίθος
), ὁ, name of a stone,
Herm.
Trism. in
Rev.Phil.
32.274.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}