Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περίπεζος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιπαθῶς
περιπαιφάσσω
περιπαίω
περιπάλαξις
περιπαλάσσομαι
περιπάλλομαι
περιπάλλω
περίπαμπαν
περιπάμπαν
περιπαμφανάω
περιπαμφανόωσα
περιπαπταίνω
περιπάσσω
περίπαστος
περιπατέω
περιπατήματα
περιπάτησις
περιπατητής
περιπατητικός
περίπατος
περιπάττω
περιπαύομαι
περιπαύω
περιπαχνόομαι
περιπαχνόω
περιπεδινός
περιπεζία
περιπέζια
περιπεζίδες
περιπέζιος
περίπεζος
περιπείρω
περιπέλομαι
περίπεμπτος
περιπέμπω
περίπεμψις
περιπένομαι
περιπεπλεγμένως
περιπέπληκα
περιπέπταμαι
περίπεπτος
περιπέπτω
περιπέσσω
περιπετάδην
περιπεταλόω
περιπέταμαι
περιπετάννυμι
περιπεταννύω
περιπέτασμα
περιπεταστός
περιπέτεια
περιπετής
περιπετικός
περιπέτομαι
περιπετρίζομαι
περίπετρος
περιπέττω
περιπευκής
περιπεφρασμένως
περιπεφυλαγμένως
περιπηγής
…
περίπεζος
Save
Pape
περίπεζος
, = περιπέζιος, Poll. 7.62, von Kleidern, = περιυφασμένα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}