περδικοτροφεῖον
περδικοτροφεῖον, partridge-coop
περδῑκο-τροφεῖον, τό,
- partridge-coop, Hyp. Fr. 45.
περδικοτροφεῖον, [ῑ], τό, Ort, wo Rebhühner gefüttert oder gehalten werden, Poll. 10.159.
περδικοτροφεῖον, partridge-coop