About Report a problem

Menu

πέρειμι

πέρειμι, go round

πέρειμι
  • 1go round test., Σ Dion. Thrax., 443. 6 Hilg., περιέναι (sc. Πίνδαρος ἔφη) τετρασυλλάβως ἀντὶ τοῦ περιιέναι fr. 314.

Saved

Recent