περιμήκετος
περιμήκετος, very tall
περιμήκ-ετος, ον, poet. for sq.,
- very tall or high, ἐλάτη Il. 14.287; Τηΰγετος Od. 6.103: c. gen., π. ἄλλων Arat. 250.
περι·μήκετος, ος, ον, c. le suiv. Il. 14, 287 ; Od. 6, 103 ; Arat. 250 ; Opp. H. 4, 452.
Étym. pour la format. cf. πάχετος.
περιμήκετος, poet. st. περιμήκης, sehr lang, sehr hoch ; Τηΰγετος, Od. 6.103 ; ἐλάτη, Il. 14.287 ; sp.D., wie Arat. 250, Opp. Hal. 4.452.
περιμήκετος
-ον
[as περιμήκης.]
Of great height, lofty : ἐλάτην Il. 14.287 : τηΰγετον Od. 6.103.
περιμήκετος =περιμήκης.
περιμήκετος, ον,
poetic for περιμήκης
cf. πάχετος
- very tall or high, Hom.