περισσόσαρκος
περισσόσαρκος, over-fleshy
περισσό-σαρκος, ον,
- over-fleshy, Suid. s.v. Πρίαπος.
περισσόσαρκος, übermäßig fleischig, wohlbeleibt, Suid.
περισσόσαρκος, over-fleshy