πολιάς
πολιάς, grey-haired
πολιάς, άδος, ἡ, pecul. fem. of πολιός,
- grey-haired, γυνὴ τὴν κεφαλὴν π. Luc. Lex. 12.
πολιάς, άδος [ᾰδ] adj. f. c. πολιός, Luc. Lex. 12.
πολιάς, grey-haired