πολιάτας
πολιάτ-ας [ᾱτ], α, ὁ, Aeol. and Dor. for πολιήτης, opp. ξένος, Alc. Supp. 14.6, Id. Oxy. 1233 Fr. 22.3, Pi. I. 1.51, Leg.Gort. 10.35, lsyll. 21.
πολιάτας, ὁ, dor. = πολιήτης, Pind. I. 1.51, im Ggstz von ξένος.
πολιᾱτας
- 1citizen κέρδος ὕψιστον δέκεται πολιατᾶν καὶ ξένων γλώσσας ἄωτον I. 1.51