πολιόθριξ
πολιόθριξ, greyhaired
πολιό-θριξ, τρῐχος, ὁ, ἡ,
- greyhaired, ἱέρειαι Str. 7.2.3.
πολιό·θριξ, -τριχος (ὁ, ἡ) [ῐχ] aux cheveux blancs, Str. 293.
Étym. πολιός, θρίξ.
πολιόθριξ, τριχος, grauhaarig, Strab. 7.2.3.
πολιόθριξ
πολιό-θριξ, τρῐχος, ὁ, ἡ,
- grayhaired, Strab.