πολυκαμπής
πολυκαμπής, much bent
πολυ-καμπής, ές,
- with many curves, Thphr. Sens. 65, CP 6.10.3, AP 6.297 (Phan.), etc.; τὸ π. (sc. τοῦ κισσοῦ) Plu. QConv. 2.649b; of a zigzag route, ib.615c: metaph. of music, with many flourishes, π. μέλη Phrynis ap. Poll. 4.66.
πολυ·καμπής, ής, ές [ῠ] très courbé, très sinueux, Th. Sens. 65 ; Anth. 6, 297 ; Plut. M. 649b, etc. ; fig. Plut. M. 615c.
Étym. π. κάμπτω.
πολυκαμπής, ές, = πολύκαμπτος ; ἰξύς, Phani. 4 (VI.297); τὸ ποικίλον καὶ πολυκαμπὲς τῆς περιόδου, Plut. Symp. 1.1.5 a.E., u. öfter.
πολυκαμπής
πολῠ-καμπής, ές
κάμπτω
- much bent, Anth.