πολυκάρηνος
πολυκάρηνος, many-headed
πολῠκάρηνος [ᾰ], Ep. πουλ-, ον,
- many-headed, APl. 16.91, Nonn. D. 40.233.
*πολυ·κάρηνος, épq. πουλυ·κάρηνος, ος, ον [ῠᾰ] qui a plusieurs têtes, A. Pl. 91 ; Nonn. D. 40, 233.
Étym. π. κάρηνον.
πολυκάρηνος, vielköpfig.
πολυκάρηνος
- many-headed, Anth.