προβιβασμός
προβιβασμός, advancing
προβῐβ-ασμός, ὁ,
- advancing, Artem. 2.12.
προβιβασμός, οῦ (ὁ) [ῐ] action de faire avancer, Artém. 2, 12.
Étym. προβιβάζω.
προβιβασμός, ὁ, = προβίβασις, Artemid. 2.12 A.