πρόβατον
πρόβατον, πρόβατον, τό, sheep (noun)
- cattle, Hdt. 2.41, etc.; πάντων τῶν π. βόες μάλιστα ἀτονέουσι Hp. Art. 8; τὰ ἄλλα π. καὶ ἵππους μάλιστα Hdt. 4.61, cf. Pi. Fr. 316, IG 12(1).677.31 (Rhodes, iv/iii B.C.); of Europaʼs bull, Simon. 28: in Hom. generally of cattle, flocks and herds, Il. 14.124, 23.550, h.Merc. 571, cf. IG 12(7).62.35 (Amorgos, iv B.C.); τὰ π. καὶ καρταίποδα Leg.Gort. 4.35; opp. ἄνθρωποι, Hes. Op. 558, Hdt. 1.203; τὰ λεπτὰ τῶν π. small cattle, i.e. sheep and goats, ib. 133, 8.137; τὸ μὲν μέζον π. . ., τὸ δὲ μεῖον IG 5 (2).3.14 (Tegea, iv B.C.); so later, π. ἀπὸ τῶν ἀρνῶν καὶ τῶν ἐρίφων λήψεσθε LXX Ex. 12.5: but in Att. Prose and Com. (never in Trag.) almost invariably of sheep, Ar. Av. 714, Th. 2.14, IG 2(2).1672.289, etc.; ὥσπερ π. βῆ βῆ λέγων βαδίζει Cratin. 43; so in later Boeot., IG 7.3171.39,44 (Orchom. Boeot.): generally, animals for slaughter, whether for sacrifices, Hdt. 6.56; or for food, Id. 1.207; cf. Antipho 5.29.
- 2 prov. of stupid, lazy people, ἀριθμός, πρόβατʼ ἄλλως Ar. Nu. 1203, cf. V. 32: Com. Comp., προβάτου προβάτερον more sheepish than a sheep, dub. cj. in Sophr. 122; χρυσοῦν π., = Lat. pecus aurea, as nickname, D.C. 59.8: in other provs., τοὺς γευομένους κύνας τῶν π. κατακόπτειν φασὶ δεῖν D. 25.40; λέων ἐν προβάτοις Plu. Cleom. 33, cf. Plb. 5.35.13.
- II name of a sea-fish, Opp. H. 1.146, 3.139, Ael. NA 9.38. (Orig. of small cattle, sheep and goats, which in primitive mixed herds walk in front (προβαίνει) of the larger animals.)
Bei den Attikern sind πρόβατα gew. Schafe ; Plat. vrbdt οἷον βοῦς καὶ πρόβατα Euthyd. 302a, ποίμνια καὶ πρόβατα Legg. III.694e ; οὐδὲ πρόβατα οὐδὲ ποιμένα γιγνώσκεις, Rep. I.343a ; Xen. vrbdt ἀγέλας, καὶ βοῦς καὶ ἵππους, καὶ ἄλλα πρόβατα πολλά, Cyr. 7.3.7 ; Eupol. nannte προβατικὸν χορὸν τὸν ἐξ αἰγῶν, Scholl. Il. 16.353 ; sprichw. τοὺς γευομένους κύνας τῶν προβάτων φασὶ δεῖν κατακόπτειν, Dem. 25.40 ; οὐκ ἀσφαλὲς λέοντι καὶ προβάτοις ὁμοῦ ποιεῖσθαι τὴν ἔπαυλιν, Pol. 5.35.13 ; vgl. Plut. Cleom.33, προβάτου σωφρονέστερον παρέξω, Luc. asin. 33. Auch wie bei uns »Schaf« als Schimpfwort = dummer Mensch, Ar. Nub. 1203, vgl. Vesp. 32.
Bei Opp. Hal. 1.146 ein Seefisch ; vgl. Ael. N.A. 9.38.
- a pl. cattle προβάτων γὰρ ἐκ πάντων κελάρυξεν θηλᾶν γάλα (Leonicus: πρὸ πάντων codd. Plutarchi) *fr. 104b. 1.*
- b horse τραπεζαν προβάτων (ἀντὶ τῆς φάτνης Σ: cf. fr. 316 Schr.) fr. 169. 28. test., Aristoph. Byz., fr. 42. Nauck, οὕτω δέ που, φησί, καὶ ἐπὶ τοῦ Πηγάσου ποιεῖ (sc. Πίνδαρος) Sequitur Pegasum a Pindaro πρόβατον appellatum esse fr. 317.
Strong 4263
1. in Hom., Hdt., cattle, esp. of small cattle, sheep and goats.
2. In NT, as in Attic writers generally (cf. MM, xxi), a sheep: Mt 7:15, Mk 6:34, al.; πρόβατα σφαγῆς, Ro 8:36
(LXX). Metaph. (in cl. of timidity, stupidity or idleness), of the followers of a leader or master, esp. of those who are subject to the care of the Good Shepherd: Mt 10:6 15:24 26:31
(LXX), Mk 14:27
(LXX), Jo 10:7, 8, 15, 16, 26, 27 21:16, 17 (WH txt., προβάτια), He 13:20; opp. to ἐρίφια, Mt 25:33.
en el primer día uñas de oveja
el amuleto derecho escríbelo en una piel de oveja negra con tinta de mirra
- 1mostly in pl. πρόβατα, properly, anything that walks forward; in Hom. generally of cattle, flocks and herds; in Hdt. and Pind. also of horses; τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων small cattle, i. e. sheep and goats, Hdt.; but in Attic always of sheep, Ar., Thuc.
- 2proverb. of stupid, lazy people, πρόβατʼ ἄλλως a set of sheep, Ar.; so, προβατίου βίος, i. e. a lazy do-nothing life, Ar.
-
…ἰατρὸν τὸ πρῶτον ὁριζόμενος τὸν ὡς ἀληθῶς ποιμένα οὐκέτι ᾤου δεῖν ὕστερον ἀκριβῶς φυλάξαι, ἀλλὰ πιαίνειν οἴει αὐτὸν τὰ πρόβατα, καθʼ ὅσον ποιμήν ἐστιν, οὐ πρὸς τὸ τῶν προβάτων βέλτιστον βλέποντα ἀλλʼ, ὥσπερ δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα…
Plato, Republic
-
…πόλεσιν ἄρχοντας, οἳ ὡς ἀληθῶς ἄρχουσιν, ἄλλως πως ἡγῇ διανοεῖσθαι πρὸς τοὺς ἀρχομένους ἢ ὥσπερ ἄν τις πρὸς πρόβατα διατεθείη, καὶ ἄλλο τι σκοπεῖν αὐτοὺς διὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἢ τοῦτο, ὅθεν αὐτοὶ ὠφελήσονται. καὶ οὕτω…
Plato, Republic
-
…ὕστερον ἀκριβῶς φυλάξαι, ἀλλὰ πιαίνειν οἴει αὐτὸν τὰ πρόβατα, καθʼ ὅσον ποιμήν ἐστιν, οὐ πρὸς τὸ τῶν προβάτων βέλτιστον βλέποντα ἀλλʼ, ὥσπερ δαιτυμόνα τινὰ καὶ μέλλοντα ἑστιάσεσθαι, πρὸς τὴν εὐωχίαν, ἢ αὖ πρὸς τὸ ἀποδόσθαι…
Plato, Republic
-
…γιγνώσκεις. ὅτι δὴ τί μάλιστα ; ἦν δʼ ἐγώ. ὅτι οἴει τοὺς ποιμένας ἢ τοὺς βουκόλους τὸ τῶν προβάτων ἢ τὸ τῶν βοῶν ἀγαθὸν σκοπεῖν καὶ παχύνειν αὐτοὺς καὶ θεραπεύειν πρὸς ἄλλο τι βλέποντας ἢ τὸ τῶν δεσποτῶν ἀγαθὸν…
Plato, Republic
-
…τοιαῦτα ἐρωτᾶν ; ὅτι τοί σε, ἔφη, κορυζῶντα περιορᾷ καὶ οὐκ ἀπομύττει δεόμενον, ὅς γε αὐτῇ οὐδὲ πρόβατα οὐδὲ ποιμένα γιγνώσκεις. ὅτι δὴ τί μάλιστα ; ἦν δʼ ἐγώ. ὅτι οἴει τοὺς ποιμένας ἢ τοὺς βουκόλους…
Plato, Republic
-
…τὰ παριόντα τὸν χῶρον, ἐν τῷ οἱ Φωκαιέες καταλευσθέντες ἐκέατο, ἐγίνετο διάστροφα καὶ ἔμπηρα καὶ ἀπόπληκτα, ὁμοίως πρόβατα καὶ ὑποζύγια καὶ ἄνθρωποι. οἱ δὲ Ἀγυλλαῖοι ἐς Δελφοὺς ἔπεμπον βουλόμενοι ἀκέσασθαι τὴν ἁμαρτάδα. ἡ δὲ Πυθίη σφέας…
Herodotus, The Histories
-
…βοῦν καὶ ἵππον καὶ κάμηλον καὶ ὄνον προτιθέαται ὅλους ὀπτοὺς ἐν καμίνοισι, οἱ δὲ πένητες αὐτῶν τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων προτιθέαται. σίτοισι δὲ ὀλίγοισι χρέωνται, ἐπιφορήμασι δὲ πολλοῖσι καὶ οὐκ ἁλέσι · καὶ διὰ τοῦτο φασὶ Πέρσαι τοὺς…
Herodotus, The Histories
-
…ἀφνειὸν βιότοιο, ἅλις δέ οἱ ἦσαν ἄρουραι πυροφόροι, πολλοὶ δὲ φυτῶν ἔσαν ὄρχατοι ἀμφίς, πολλὰ δέ οἱ πρόβατʼ ἔσκε · κέκαστο δὲ πάντας Ἀχαιοὺς ἐγχείῃ · τὰ δὲ μέλλετʼ ἀκουέμεν, εἰ ἐτεόν περ. τὼ οὐκ ἄν…
Homer, Iliad
-
…ἀλλὰ συγκαταγηράσκειν τῷ ἄλλῳ εἰρίῳ κατά περ ἐνυφανθέντα ἀρχήν. μῖξιν δὲ τούτων τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἐμφανέα κατά περ τοῖσι προβάτοισι. τὰ μὲν δὴ πρὸς ἑσπέρην τῆς θαλάσσης ταύτης τῆς Κασπίης καλεομένης ὁ Καύκασος ἀπέργει, τὰ δὲ πρὸς ἠῶ…
Herodotus, The Histories
-
…τῇ γνώμῃ πολλῷ μᾶλλον προΐεντο σφᾶς αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀντεῖχον, καὶ ὅτι ἕτερος ἀφʼ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλάμενοι ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον · καὶ τὸν πλεῖστον φθόρον τοῦτο ἐνεποίει. εἴτε γὰρ μὴ ʼθέλοιεν δεδιότες ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι ,…
Thucydides, The Peloponnesian War