προβλημάτιον
προβλημάτιον, a little problem
προβλημ-άτιον, τό, Dim. of πρόβλημα, Arr. Epict. 2.20.33, Gloss.
προβλημάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de πρόβλημα, Arr. Epict. 2, 20, 33.
προβλημάτιον, τό, dim. von πρόβλημα, Sp.
προβλημάτιον, a little problem