προκυλίω Save Bailly 2024 Pape *προ·κυλίω, seul. moy. προκυλίομαι (f. προκυλίσομαι) [ῠῑ] c. προκυλινδέομαι, DH. 8, 39 ; App. It. 5, 12 || ➳ Impf. contr. προὐκυλιόμην, X. Éph. προκυλίω, = προκυλινδέω, pass., Dion.Hal. 6.26, 8.39.