προκώμιον
προκώμιον, prelude sung by a κῶμος
προκώμιον, τό,
- prelude sung by a κῶμος, Pi. N. 4.11.
προ·κώμιον, ου (τὸ) prélude d’un hymne, Pd. N. 4, 17.
Étym. π. κῶμος.
προκώμιον
- 1prelude to a κῶμος” (ῥῆμα) τό μοι θέμεν Κρονίδᾳ τε Δὶ καὶ Νεμέᾳ Τιμασάρχου τε πάλᾳ ὕμνου προκώμιον εἴη (= προοίμιον ἐπικωμίου ὕμνου) N. 4.11
προκώμιον
προ-κώμιον, ου, τό,
- the prelude sung by a κῶμος, Pind.