προσίπταμαι
προσίπτᾰμαι, later pres. for προσπέτομαι, Antig. Mir. 12, D.S. 3.37 (cf. προσιππάζομαι).
προσίπταμαι, (ἵπταμαι), att. = προσπέτομαι, hinzu-, hinanfliegen, schnell, unvermutet herbeikommen ; τίς ἀχώ, τίς ὀδμὰ προσέπτα μʼ ἀφεγγής ; Aesch. Prom. 115 ; τὸ διαμφίδιον δέ μοι μέλος προσέπτα, 554 ; auch προσέπτατο, 647 ; οὐκ ἄφνω κακὸν τόδε προσέπτατο, Eur. Alc. 423 ; προσέπταντο, Ar. Ach. 830 ; einzeln bei Sp.