προσιππάζομαι
προσιππάζομαι, ride toward
προσιππ-άζομαι,
- = sq., D.S. 3.37 (v.l. for προσιπτάμενοι), J. BJ 4.2.2.
προσ·ιππάζομαι, c. le suiv. DS. 3, 37 ; Jos. B.J. 4, 2, 2.
προσιππάζομαι, = προσιππεύω ; DS. 3.37 ; Jos.