πρόσωπος Save LSJ Bailly 2024 Pape πρόσωπος, ὁ, = πρόσωπον, τό (q.v.). πρόσ·ωπος, ου (ὁ) c. πρόσωπον, Plat. com. 2-2, 691 Mein. πρόσωπος, ὁ, = τὸ πρόσωπον.