πτυελίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape πτυελ-ίζω, πτυελ-ισμός, πτύελ-ον, πτυελ-ώδης, v. πτυαλίζω, etc. πτυελίζω, v. πτυαλίζω. πτυελίζω, = πτυαλίζω.