σβεννύω
σβεννύω, extinguish
σβεννύω (seul. prés. Pd. P. 1, 8, etc. ; et impf. ἐσβέννυον, Paus. 4, 21, 4) c. le préc.
σβεννύω, = σβέννυμι.
σβεννῠω
- 1extinguish c. acc. & gen. (cf. K-G., 1. 396.) καὶ τὸν αἰχματὰν κεραυνὸν σβεννύεις αἰενάου πυρός (sc. φόρμιγξ) P. 1.5