σπλαγχνίς Save σπλαγχνίς, inwards LSJ Pape σπλαγχν-ίς, ίδος, ἡ, acc. pl. σφλανγνίδης (sic), inwards, UPZ 89.3 (ii B.C.). σπλαγχνίς, ίδος, ἡ, = καρδία, Schol. Soph.