Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σπλαγχνοσκοπέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σπινθήρ
Σπινθήρ
Σπίνθηρ
σπινθηρακίζω
σπινθηράκιον
σπινθηρίζω
σπινθηροβολέω
σπινθηροβόλος
σπινθηροειδής
σπινθηροπόμπος
σπινθίον
σπίνθραξ
σπινίδιον
σπινίδον
σπίνιον
σπίνος
σπινός
σπινώδης
σπιοέλης
σπῖρα
σπλάγχνα
σπλαγχνεύω
σπλαγχνίδιον
σπλαγχνίζομαι
σπλαγχνίζω
σπλαγχνικός
σπλαγχνίς
σπλαγχνισμός
σπλάγχνον
σπλαγχνόπτης
σπλαγχνοσκοπέω
σπλαγχνοσκοπία
σπλαγχνοσκόπος
σπλαγχνοτομία
σπλαγχνοτόμος
σπλαγχνοφάγος
σπλαχρός
σπλεκόω
σπλέκωμα
σπληδός
σπλήν
σπληνάριον
σπληνιάω
σπληνίδιον
σπληνίζομαι
σπληνικός
σπληνιόδετος
σπληνίον
σπλήνιον
σπληνίσκος
σπληνίτης
σπληνῖτις
σπληνοδάπανος
σπληνόομαι
σπληνόπεδον
σπληνόω
σπληνώδης
σπογγάριον
σπογγεῖον
σπογγεύς
σπογγιά
…
σπλαγχνοσκοπέω
Save
Pape
σπλαγχνοσκοπέω
,
Eingeweide beschauen und daraus weissagen
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}