σποδιώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape σποδ-ιώδης, ες, = sq., Erot. s.v. τροφιωδέων. σποδιώδης, ης, ες, c. le suiv. Erot. 354. Étym. σποδιά, -ωδης. σποδιώδης, ες, = σποδοειδής, Sp.