σποδόεις Save Bailly 2024 Pape σποδόεις, όεσσα, όεν, cendré, Sib. 4, 178. Étym. σποδός. σποδόεις, εσσα, εν, = σπόδιος, s. Schaefer ad Ap.Rh. 2 p. 131.