σταλακτός Save LSJ Bailly 2024 Pape στᾰλ-ακτός, ή, όν, = foreg. [σταλακτικός], Dsc. 5.98. σταλακτός, ή, όν [τᾰ] c. le préc. Diosc. 5, 114. Étym. vb. de σταλάσσω. σταλακτός, wie στακτός, tröpfelnd, Sp.