στασιοποιός
στασιοποιός, causing sedition
στᾰσιοποι-ός, όν,
- causing sedition, J. Vit. 27.
στασιο·ποιός, ός, όν [τᾰ] qui excite une sédition, Jos. Vit. 27.
Étym. στάσις, ποιέω.
στασιοποιός, ὁ, Aufwiegler, neben νεωτεριστής Jos. vita 27.